13 Μαΐου 2019


ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ
ΜΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ  








«Για μια νέα μεταπολίτευση»
Αναγκαία η Συνταγματική Αναθεώρηση
Αντώνη Π. Αργυρού


Ι. Εισαγωγικά

Το Σύνταγμα του 1975[1] ήταν πραγματικά πρωτοποριακό Σύνταγμα για την εποχή του. Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν.
Η σημερινή κρίση είναι αδιάψευστος μάρτυρας της αποτυχίας: «Το Σύνταγμα του 1975 αντιμετώπισε αποτελεσματικά το συνολικό πρόβλημα της κρίσης των θεσμών που βασάνιζε τη χώρα. Ενταφίασε τον εθνικό διχασμό και εδραίωσε τη Δημοκρατία. Εξασφάλισε στη χώρα ένα ισχυρό κράτος ως εργαλείο για τη μεταρρύθμιση και την ανάπτυξη. Περιέλαβε ευρύτατη δέσμη δικαιωμάτων που συνέβαλαν στον κοινωνικό εκσυγχρονισμό[2]. Διευκόλυνε την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια και εξασφάλισε στη χώρα ομαλό κοινοβουλευτικό βίο, πρωτόγνωρο στα χρονικά του τόπου. Περιείχε όμως και φλύαρες διατάξεις, διακηρύξεις και ασάφειες που δεν πρέπει να απαντούν στο σύντομο και λιτό κείμενο ενός Συντάγματος. Υπέστη αναθεωρήσεις, οι οποίες το φόρτωσαν ακόμη περισσότερο και ανέτρεψαν τις ισορροπίες του. Πάνω απ’ όλα, όμως, δεν εφαρμόσθηκε πάντοτε με τον καλύτερο τρόπο»[3].

ΙΙ. Το Σύνταγμα του 1975 πηγή σταθερότητας και ανάπτυξης

Το Σύνταγμα του 1975, λειτούργησε ικανοποιητικά και δεν δημιουργήθηκαν αντίστοιχα ζητήματα «ανωμαλίας», όπως συνέβη με το Σύνταγμα του 1952. Το ισχύον Σύνταγμα διαθέτει αναμφισβήτητα πολιτική και ιστορική νομιμοποίηση, είναι σύγχρονο και προσαρμοσμένο στις διεθνείς εξελίξεις και παρέχον ένα πλήρες θεσμικό πλαίσιο για την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν. Αυτοί είναι νομίζω οι λόγοι που το Σύνταγμα του 1975 δεν μπόρεσε να σταθεί εμπόδιο στο να αναπτυχθεί στη χώρα μια εξουσία που οδήγησε την Ελλάδα σε μείζονα οικονομική κρίση με κίνδυνο, μάλιστα, διασπάσεως του κοινωνικού ιστού, σε κρίση θεσμών και αξιών, αλλά και στα όρια της διεθνούς απαξίωσης. Για το πώς φθάσαμε έως εδώ, σίγουρα πάντως δεν είναι υπεύθυνοι οι συνταγματικοί θεσμοί.

ΙΙΙ. Τα χαρακτηριστικά προτεινόμενης Συνταγματικής Αναθεωρήσεως

Η επικείμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να έχει, κατά την γνώμη μας, τα εξής ενδεικτικά χαρακτηριστικά:

1. Η εκλογή - Αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας

1.1- Αναθεωρητική[4] ή Συντακτική[5] Βουλή; Αυτό το ερώτημα τίθεται πλέον με τον πιο επιτακτικό τρόπο στον δημόσιο διάλογο.
Σύμφωνα με το άρθρο 32 § 1 του Ελληνικού Συντάγματος η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας[6] γίνεται από τη Βουλή. Ένα μήνα προτού λήξει η θητεία του εν ενεργεία ΠτΔ, η Βουλή σε ειδική συνεδρίαση και με μυστική ψηφοφορία εκλέγει τον νέο Πρόεδρο, σύμφωνα με το άρθρ. 32 § 1 Σ. Η απευθείας εκλογή[7] του Προέδρου από το λαό (άμεση εκλογή) προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 110 § 1 του Συντάγματος, «Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας».
Συνεπώς η άμεση[8] εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό[9], μεταβάλλει το πολίτευμα[10] από Προεδρευόμενη σε Προεδρική Δημοκρατία και προς τούτο απαιτείται Συντακτική και όχι Αναθεωρητική Βουλή. Η άμεση εκλογή[11] του Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό δεν φαίνεται εφικτή, αφού όπως έγκυροι νομικοί[12] υποστηρίζουν, αυτό δεν είναι δυνατόν, ενώ υπάρχει και η άποψη ότι θα οδηγούσε σε Συνταγματική εκτροπή. Την έμμεση εκλογή του ΠτΔ[13] προέβλεπαν και τα ελληνικά Συντάγματα του 1925 (άρθρ. 65) και του 1927 (άρθρ. 67).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μπορούμε να πορευθούμε σε Συνταγματική Αναθεώρηση.
1.2.- Σύμφωνα με το άρθρο 30 § 1 του Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποτελεί τον ρυθμιστή του Πολιτεύματος. Ωστόσο, κατά το παρόν Σύνταγμα, οι ουσιαστικές αρμοδιότητες του Προέδρου είναι περιορισμένες
Οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας διακρίνονται σε συμβολικές, ρυθμιστικές, νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές, είναι συγκεκριμένες, απαριθμούνται περιοριστικά στο Σύνταγμα και διέπονται: από τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 50 σύμφωνα με τον οποίο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει μόνο όσες αρμοδιότητες του αναθέτουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι με αυτό
Κατά το άρθρο 35 § 1 σύμφωνα με την οποίο, καμία πράξη του Προέδρου δεν ισχύει ούτε εκτελείται χωρίς την προσυπογραφή του αρμοδίου Υπουργού εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται περιοριστικά στην § 2 του ιδίου άρθρου. Σήμερα, ωστόσο, είναι φανερό, από τις τοποθετήσεις πολλών πλευρών, είτε από τον χώρο της πολιτικής είτε από τον χώρο της επιστήμης, ότι παρά τις όποιες αποχρώσεις υπάρχουν περιθώρια συγκλίσεων προς ένα νέο και αμοιβαία αποδεκτό σημείο ισορροπίας του πολιτικού συστήματος. Αποτελεί προϋπόθεση της αναθεωρητικής λειτουργίας η ενδυνάμωση[14] των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως αυτές ίσχυαν υπό το αρχικό Σύνταγμα του1975 (άρθρο 35: Αρμοδιότητες που δεν έχρηζαν υπουργικής υπογραφής, άρθρα 38 § 3, 39 § 1: Σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Δημοκρατίας υπό την προεδρία του, άρθρο 42: Κύρωση των νόμων, άρθρο 48: Κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, άρθρο 37: διορισμός Πρωθυπουργού, άρθρο 38: παύση της Κυβερνήσεως), με σκοπό την δημιουργία ισορροπίας μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και των εκλεγμένων Κυβερνήσεων.
Εφικτό θα ήταν να «επανέλθουν» πλήρως, οι αρμοδιότητες που διέθετε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν από την αναθεώρηση του 1985.
Οι αρμοδιότητες αυτές (προ του 1985) του ΠτΔ ήταν σαφείς, συγκεκριμένες και διατηρούσαν ένα καθεστώς ισορροπίας στη συνύπαρξή του με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις.
1.3.- Όχι στην διάλυση της Βουλής: Προτείνει η αναθεώρηση του άρθρου 32 Σ ως προς την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, προκειμένου ν' αποσυνδεθεί πλήρως το ενδεχόμενο μη εκλογής του από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο διενέργεια βουλευτικών εκλογών. Πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί, είτε δια της άνευ περιορισμών επανάληψης της τρίτης ψηφοφορίας, με την ίδια πάντα πλειοψηφία. Είτε δια της προσφυγής στο Εκλογικό Σώμα, αλλ’ αποκλειστικά για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας ευθέως απ' αυτό, πλην, όμως, με υποψηφίους μόνον εκείνους, οι οποίοι είχαν παραδεκτώς προταθεί και είχαν μετάσχει στην αγόνως εξελιχθείσα εκλογική διαδικασία. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι, προφανώς, αναθεωρητέο και το άρθρο 41 § 5Σ, δεδομένου ότι δεν θα τίθεται πλέον ζήτημα υποχρεωτικής διάλυσης της Βουλής. Αξίζει, όμως, να θεραπευθεί οπωσδήποτε το τεράστιο ζήτημα που δημιουργεί η διάταξη του άρθρου 32 Σ που επιτάσσει βουλευτικές εκλογές, αν στην εκλογή του ΠτΔ δεν επιτευχθεί αριθμητική πολιτική συναίνεση στη Βουλή[15].
Το ζήτημα της αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απασχόλησε τόσο τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή του 1996, η οποία διαπίστωσε την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 32 Σ, όσο και την Η' Αναθεωρητική Βουλή του 2000, στην οποία δεν επιτεύχθηκε τελικά η απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 ψήφων για την αναθεώρησή του.
1.4.- Ο ΠτΔ να εκλέγεται για μια μόνο θητεία έξι ετών, χωρίς δικαίωμα επανεκλογής.

2. Δικαιοσύνη

2.1- Την απόλυτη καθιέρωση της Δικαστικής Ανεξαρτησίας[16], με την επιλογή[17] της Ηγεσίας[18] της Δικαιοσύνης από τις Ολομέλειες[19] των Ανωτάτων Δικαστηρίων, τροποποιουμένου σχετικά του άρθρου 90 § 5 Σ[20]. Η Συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προσέθεσε σημαντικά και ενδιαφέροντα στον τομέα της υπερασπίσεως των ατομικών δικαιωμάτων, χωρίς όμως να βελτιώσει τα προβλήματα απονομής της δικαιοσύνης και επιλογής της Ηγεσίας της, πλην της θεσπίσεως τετραετούς θητείας για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Σήμερα η κοινωνία πιστεύει, ότι το ισχύον σύστημα επιλογής της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο, ενώ έχει δημοκρατική νομιμοποίηση, είναι διαβλητό, υπάρχει δε όχι για να εξυπηρετεί στο σύνολο του την Δικαστική Ανεξαρτησία, αλλά για να εξυπηρετεί τις εκάστοτε άλλες προθέσεις της πολιτικής. Η κριτική αυτή εν πολλοίς υπήρξε άδικη, αφού υπήρξαν διαχρονικά απολύτως άξιες Ηγεσίες της Δικαιοσύνης. Η αποτυχία της καθυπόταξης της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης στα κελεύσματα της πολιτικής, επιβεβαιώνει την ανάγκη της αλλαγής του συστήματος.
Σε κάθε περίπτωση η Συνταγματική Αναθεώρηση θα μπορούσε να δώσει πολλά περισσότερα και μάλιστα στον κρίσιμο τομέα της απονομής της δικαιοσύνης. Η Ελληνική Βουλή στην Αναθεωρητική Λειτουργία της κατά την τελευταία Συνταγματική αναθεώρηση, δεν θέλησε ν’ ακούσει την σώφρονα πρόταση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον τρόπο επιλογής της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης ,όπως η πρόταση αυτή διατυπώνεται στη Απόφαση της Ολομέλειας 6/2000,ούτε έκανε τον κόπο να λάβει υπ’ όψη της την εισήγηση της Επιτροπής του Συμβουλίου της Επικρατείας για την Αναθεώρηση με αριθμό 3/2000 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ και τις σκέψεις της 14/1998 Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου). Αν επιθυμούν οι εκάστοτε κυβερνώντες να καταστήσουν την Δικαιοσύνη πραγματικά Ανεξάρτητη τότε πρέπει να αποφασίσουν να αφήσουν πλέον την επιλογή της Ηγεσίας Της στην ίδια και στο μοναδικό και αλάνθαστο κριτήριο επιλογής: την Αρχαιότητα Όλοι πλέον εισηγούνται τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης του άρθρου 90 Σ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τρόπος που σήμερα εφαρμόζεται, δηλαδή η επιλογή να γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, με την παρεμβολή της διαδικασίας της Βουλής, έχει πολλές φορές επικριθεί λόγω κάποιων άτυχων επιλογών, που έγιναν με καθαρά πολιτικά κριτήρια ή κατά βάναυση παραβίαση της ιεραρχίας, στο απώτερο παρελθόν.
Για τον εξορθολογισμό αυτής της διαδικασίας προτείνεται:
Ι) Η επιλογή Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων να γίνεται από την Ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, όμως να περιορίζεται μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών του οικείου δικαστηρίου. Ακολούθως δε ο Πρόεδρος του δικαστηρίου να επιλέγεται από την Ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, μεταξύ των τριών ΑΡΧΑΙΟΤΈΡΩΝ Αντιπροέδρων του δικαστηρίου αυτού. Το αυτό, κατ’ αναλογίαν, θα πρέπει να ισχύσει και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ερώτημα τίθεται αν θα πρέπει να θεσπισθεί θητεία και για τους Αντιπροέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Ήδη, με συνταγματική διάταξη, ορίζεται ότι η θητεία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των Διοικητικών Δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών, ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός, που κατέχει τη θέση, δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή ο υπόλοιπος χρόνος μέχρι την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας να θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Σε άλλη περίπτωση προτείνεται:
ΙΙ) Αν προκριθεί ως λύση η επιλογή της Ηγεσίας να γίνεται τελικά μετά από πρόταση της οικείας Ολομέλειας μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών του οικείου δικαστηρίου σε διπλάσιο αριθμό των κενουμένων θέσεων ,τότε την επιλογή να κάνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

2.2.- Θεσμικά μέτρα για την δικαιοσύνη
2.2.1- Η αναβίβαση του ΑΕΔ[21] σε «Συνταγματικό» Δικαστήριο που θα επιλύει τελικώς τα πάσης φύσεως συνταγματικά ζητήματα, με την χορήγηση δικαιώματος ατομικής προσφυγής από οποιονδήποτε πολίτη Οι αρμοδιότητες του ΑΕΔ σήμερα ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 100 του Συντάγματος. Υπάρχει η άποψη ότι η ίδρυση και λειτουργία ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου θα εξορθολογήσει το δικαιοδοτικό σύστημα της Χώρας και θα ενισχύσει το κράτος δικαίου και την προστασία των ατομικών ελευθεριών. Υποστηρίζεται η άποψη ότι η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου σκοπεί στην αποδυνάμωση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ΑΕΔ να διευρυνθεί περαιτέρω έτσι ώστε να μπορεί να ασκήσει το έργο του.
2.2.2.- Την καθιέρωση προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων και των κανονιστικών πράξεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας των δε δημοσιονομικών από το Ελεγκτικό Συνέδριο.
2.2.3.- Προτείνεται, βέβαια να διατηρήσουν όλα τα δικαστήρια (όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών) τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων με ειδικότερες ρυθμίσεις και επίσης.
2.2.4.- Προτείνεται ο αυστηρός προληπτικός δικαστικός έλεγχος των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου.
2.2.5.- Όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, οι πράξεις των άλλων λειτουργιών (Εκτελεστικής και νομοθετικής) και πλέον ακόμη και των interna corporis (εσωτερικά ζητήματα της Βουλής) να ελέγχονται από τα δικαστήρια (όπως συμβαίνει[22] απαρέγκλιτα από τις 18/1871 και 23/1897 αποφάσεις του ΑΠ μέχρι σήμερα) κατά το άρθρο 93 § 4 Σ[23].
Η άποψη πάντως της διατήρησης του υπάρχοντος συστήματος του διάχυτου ελέγχου έχει σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως αναφέρει ο Σύμβουλος του ΣτΕ Ν. Ρόζος: «α) «η αφηρημένη και «εν κενώ» ερμηνεία του Συντάγματος από το Συνταγματικό Δικαστήριο[24] έχει το μέγιστο μειονέκτημα ότι το τυχόν σφάλμα δεν διορθώνεται, ενώ με το σύστημα του διάχυτου ελέγχου δίνονται πολλοί ερμηνευτικοί χρωματισμοί στους νόμους και το Σύνταγμα, ανάλογα με την εξέλιξη των συνθηκών και των ηθών της ζωής δηλαδή, και το πλήθος των περιπτώσεων. Τέλος, είναι οποτεδήποτε δυνατή η διόρθωση της εσφαλμένης κρίσεως. Δεν πρέπει επίσης να παροράται το ότι με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου θα επιβραδυνθεί κατά πολύ η απονομή της δικαιοσύνης και θα μειωθεί η εφαρμογή του Συνταγματικού Δικαίου. Ειδικότερα, η προβολή λόγου περί αντισυνταγματικότητας θα είναι προνόμιο μόνον εκείνων που θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα η δίκη. Συνεπώς θα προτιμάται η προβολή λόγων περί αντιθέσεως στο κοινοτικό δίκαιο και στην ΕΣΔΑ. Για όλους αυτούς τους λόγους, η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα, πέραν του ότι είναι αντίθετη στη συνταγματική μας παράδοση και του ότι γεννά πολύ περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύει, είναι ύποπτη, ανεξήγητη και αποκρουστέα[25]». Άλλωστε, όπως είπε ο Αντιπρόεδρος του ΑΠ κ. Κυριτσάκης: «Ο “διάχυτος” δικαστικός έλεγχος, όπως ισχύει σήμερα (άρθρ. 93 § 4 και 101 § 1ε Συντάγματος), επιβάλλεται και, πρέπει, να διατηρηθεί, αφού αυτό αποτελεί, ιστορικό και ουσιαστικώς ορθό επίτευγμα της δημοκρατίας και ειδικότερη έκφραση και εφαρμογή της ιεραρχίας των κανόνων του δικαίου, ουσιαστικό στοιχείο της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών και εν τέλει θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου. Όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στη συνείδηση των νομικών και όσων από τους πολίτες έχουν γνώση του θέματος, ο διάχυτος έλεγχος αποτελεί το στολίδι της νομολογίας και της ελληνικής έννομης τάξης και συναρτάται απόλυτα με το δεδικασμένο»[26].
Αξίζει να σημειωθεί βέβαια ότι ο γνωστός Συνταγματολογος Αντώνης Μανιτάκης έχει στο παρελθόν αναφέρει[27]: «Δεν βλέπω, κατά συνέπεια, άλλη αιτιολογία για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου εκτός από μία, που δεν ομολογείται: τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας από την πολιτική με την ουσιαστική στέρηση του δικαστή και κάθε δικαστή της εξουσίας που έχει, πάνω από έναν αιώνα, να ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων».
2.2.6.- Εκλογή λαϊκών δικαστών[28]: Στα Ανώτατα Δικαστήρια να επιλέγονται (εκτός επετηρίδος) από τις Ολομέλειές τους κατά το 1/10 Δικαστές με ή χωρίς θητεία, που δεν προέρχονται όμως από το Δικαστικό Σώμα, θα διαθέτουν επαρκή νομική παιδεία και θα μεταφέρουν το λαϊκό αίσθημα στο δικαστήριο (όπως συμβαίνει με το ΑΕΔ στο οποίο συμμετέχουν σήμερα καθηγητές Πανεπιστημίου).
2.2.7.- Καθιέρωση θεσμού «Γενικού Επιτρόπου»[29]: με την μετατροπή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου[30] σε ανεξάρτητο δικαστικό ελεγκτή δημοσιονομικής νομιμότητας, για τη διαφύλαξη της σύννομης και χρηστής διοικητικής δράσης που επάγεται δημοσιονομικό αποτέλεσμα και την καταπολέμηση της διαφθοράς[31].
Στον Γενικό Επίτροπο, ως υπέρτατο ελεγκτή της δημοσιονομικής νομιμότητας, πρέπει επιτέλους να υπαχθεί και η δυνατότητα να παρεμβαίνει και εισηγείται στην Κυβέρνηση για κάθε εξώδικο συμβιβασμό του Δημοσίου σε μεγάλες οικονομικές υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος, όπως π.χ. διαφορές από την σύμβαση κ.λπ.
Στον Γενικό Επίτροπο πρέπει να ανατεθεί η υλοποίηση του θεσμού της διαμεσολάβησης και για τις διοικητικές διαφορές.
2.2.8.- Κατάργηση του Μισθοδικείου (άρθρο 88 παρ 2 ) και του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας (άρθρο 99 Σ. Η χώρα μας διαθέτει επτά –7– Ανώτατα Δικαστήρια, όπως τα έχει καταμετρήσει ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Φίλιππος Σπυρόπουλος, ευλόγως διερωτώμενος –δημοσίως και επανειλημμένως– εάν η μικρή μας χώρα χρειάζεται τόσα ανώτατα δικαστήρια! Μια τρικέφαλη Δικαιοσύνη (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο της Επικρατείας και Ελεγ­κτικό Συνέδριο) να προσπαθεί να βρει κοινό βηματισμό μέσα από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου άγονται ακόμη και υποθέσεις που θα έπρεπε να έχουν τερματίσει στο Εφετείο! Την εικόνα συμπληρώνουν το Ειδικό Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας, το Ειδικό Δικαστήριο Υπουργών και το Ειδικό Δικαστήριο Μισθών των δικαστών (Μισθοδικείο).

3. Η νομοθετική – εκτελεστική εξουσία

3.1.- Η μείωση του αριθμού των βουλευτών[32] σε διακόσιους και τα μέλη της Κυβερνήσεως να μην υπερβαίνουν τα 20.
3.2.- Η κατάργηση κάθε μορφής προνομίου ή ασυλίας για τους βουλευτές και Υπουργούς. Η σημερινή ρύθμιση του άρθρου 86 Σ[33] είναι ατυχέστατη και σκοπεί δυστυχώς στο ακαταδίωκτο, αφού θεσμοθετήθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για την ποινική δίωξη των υπουργών, η οποία, φρονούμε, ότι είναι αδύνατο ή μάλλον ανέφικτο να καταλήξει στην παραπομπή τους στο ακροατήριο[34]. Επιβάλλεται η άσκηση διώξεως κατά Υπουργών να γίνεται από δικαστικό Συμβούλιο που θα αποτελείται από τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων και το Εισαγγελέα του ΑΠ . Όλες οι προανακριτικές και Ανακριτικές πράξεις θα γίνονται από την Δικαιοσύνη και για τους Υπουργούς θα συγκροτείται Ειδικό Δικαστήριο από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς που θα επιλέγονται με κλήρωση στην αρχή κάθε χρόνου ανεξάρτητα αν υπάρχει εκκρεμής υπόθεση ή όχι. Η παραγραφή θα ακολουθεί την κοινή παραγραφή.
3.3.- Η καθιέρωση μόνιμων Αναπληρωτών Υπουργών ή Υφυπουργών στα Υπουργεία Παιδείας, Άμυνας και Εξωτερικών καθώς και επί του Προϋπολογισμού, με 6ετή θητεία και εκλογή τους, που θα επιλέγονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή με αυξημένη πλειοψηφία από την Βουλή και θα έχουν την ευθύνη της συνέχισης της εθνικής πολιτικής.
3.4.- Η δημιουργία εκλογικών περιφερειών με γνώμονα την διαίρεση σε επίπεδο Περιφερειών, με βουλευτές Περιφέρειας και μόνιμο εκλογικό σύστημα και η θέσπιση ασυμβίβαστου του αξιώματος του υπουργού με την ιδιότητα του βουλευτή. Οι υπουργοί να κωλύονται να είναι υποψήφιοι βουλευτές μετά τη λήξη της θητείας τους.

4. Θητεία για όλους

4.1- Προτείνεται, επίσης, ανώτατο όριο θητειών για όλα τα αιρετά αξιώματα. Για τους βουλευτές το όριο αυτό θα είναι δύο θητείες. Η διαμόρφωση και η συνεπής εφαρμογή ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου των πολιτικών δαπανών και χρηματοδοτήσεων μέσω αποκλειστικά της Δικαιοσύνης, με την ευθύνη του Γενικού Εισαγγελέα.

5. Θεσμική θωράκιση της πολιτείας

5.1.- Η δημιουργία του ΑΣΔΥ: (Ανώτατο Συμβούλιο Δημοσίων Υπηρεσιών) με ευθύνη την οργάνωση και τη διοίκηση του προσωπικού των δημοσίων Υπηρεσιών. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι ένα νέο ΑΣΔΥ το οποίο (όπως π.χ. η Civil Service Commission στη Μ. Βρετανία) θα έχει σημαντικούς υλικούς και ανθρώπινους πόρους, ηγεσία με κύρος και αυτονομία από το κομματικοκρατικό κατεστημένο. Ένας τέτοιος οργανισμός θα μπορούσε να ελέγχεται δημοκρατικά από μια διακομματική επιτροπή του Κοινοβουλίου, με δικαστικές εγγυήσεις. Στον μηχανισμό αυτό προτείνουμε ν’ απορροφηθεί το ΑΣΕΠ.
5.2.- Πολυνομία-Κακονομία: Από το 1974 μέχρι τις μέρες μας πλησιάζουν τις 200.000(!) οι νόμοι, οι νομοθετικές πράξεις, τα προεδρικά διατάγματα και οι υπουργικές αποφάσεις, βάσει των οποίων πρέπει όχι μόνο να λειτουργεί η δημόσια διοίκηση, αλλά και να κινείται το σύνολο σχεδόν της οικονομικής δραστηριότητος!
5.3.- Ίδρυση Δικαστικής Αστυνομίας, με αντικείμενο την επιμέλεια εκτελέσεως των Δικαστικών αποφάσεων, αλλά και τη διεξαγωγή ερευνών κατ’ εντολή των εισαγγελικών και ανακριτικών αρχών.
5.4.- Ο θεσμός της Διαμεσολάβησης πρέπει να ενταχθεί οργανικώς στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης.
5.5. Απαιτούμενη πλειοψηφία για τη στελέχωση των ανεξάρτητων αρχών.
Τα 4/5 της Διάσκεψης των Προέδρων που απαιτούνται σήμερα για τη στελέχωση των ανεξάρτητων αρχών έχουν αποδειχθεί μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα της οξείας πολιτικής κρίσης, προτείνονται τη μείωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας στα 3/5, όχι πια στη Διάσκεψη των Προέδρων, αλλά στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Η επιλογή προσώπων που έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και πάντοτε με δημοσιά πρόσκληση και όχι με πρόταση των κομμάτων.
5.6.- Θεσμική κατοχύρωση της εθνικής συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
5.7.- Η συνταγματική κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους και των κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα σε μία περίοδο αμφισβήτησης ή κατάρ-
γησης τους, παρέχει την δυνατότητα θεσμικής συνάντησης της συνταγματικής αναθεώρησης με την αποκατάσταση της κοινωνικής κυριαρχίας καθώς και με την «θεσμοποιημένη θέσπιση» της αρμονικής σχέσης κράτους – οικονομίας και κράτους – κοινωνίας.

6. Επίλογος

Ο Αριστοτέλης πρώτος όρισε το πολίτευμα ως [... την τάξιν ταις πόλεσι την περί τας αρχάς, τίνα τρόπον νενέμηνται και τι το κύριον της πολιτείας, και τι το τέλος της εκάστης κοινωνίας εστί ...], (Πολιτικ. Γ' 5) ορισμός που ισχύει ακόμα και σήμερα. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου η εξουσία πηγάζει από τον λαό, ασκείται από τον λαό και υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού και αυτό γίνεται με κανόνες που το Σύνταγμα επιβάλλει. Έτσι η σημερινή κρίση επιβάλλει την προσαρμογή του Συντάγματός μας, για την θωράκιση της Ελληνικής Πολιτείας, και την προσαρμογή της στις καινούργιες πραγματικότητες.





























ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Αντώνης Π. Αργυρός, «Τα “προνόμια” του δημοσίου και το “δίκαιο της ανάγκης” στο κράτος δικαίου», σε ειδικό τεύχος NoB 60. 2792.
Αντώνης Π. Αργυρός, «Η δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης», Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα 2015.
- Νίκος Αλιβιζάτος: «Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση,» Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013.
- Ν. Αλιβιζάτος, Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2001.
Του ίδιου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του, στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 529 επ.
Ευάγγελος Βενιζέλος, Το Σύνταγμα του 1975/1986/2001, Σακκουλας 2001.
Σπύρος Βλαχόπουλος, Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935 [Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης;], εκδόσεις Ευρασία, σ. 396.
Γ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος. Επίμετρο στο Σύνταγμα της Ελλάδος των Αλ. Σβωλου-Γ. Βλαχου, 1979.
Γ. Δασκαλακης, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, τ. Α΄, Αθήνα, 1974.
Αθ. Δερβέναγας, Σύγχρονοι προβληματισμοί στο Σύνταγμα, Αθήνα 1981.
Ιωάννη Κάρκαλης, Αντιδιαφθορά & Ελεγκτικό Συνέδριο- Εφαρμοσμένη δημοσιονομική ελεγκτική, εκδ Σάκκουλα 2005.
Αθ. Κανελλοπουλος, Συνταγματικά Ανάλεκτα, Αθήνα, 1992.
  Γ. Κασιμάτης, Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, Οι λειτουργίες του κράτους, τεύχ. α΄, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1980.
  Γ. Κασιμάτης, Το Σύνταγμα 1975/1986/2001. Ιστορικά Στοιχεία.
ΝικολάοςΚλαμαρής, «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι Συνταγματικές Αναθεωρήσεις από χθες στο σήμερα» «Δικαστική Ανεξαρτησία και έλεγχος της συνταγματικότητας (1911-2006)» Ανάτυπο ημερίδας 27.11.2006.
Γ. Κουμάντος, Δικαιοσύνη: Ο μύθος και η πραγματικότητα, Γ. Κουμάντου, Στόχος: η δημοκρατία, Αθήναι 1975.
Ξενοφών Ι. ΚοντιάδηςΑλκμήνη Φωτιάδου, Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος, Συνταγματική αλλαγή, δικαιώματα και κυριαρχία σε συνθήκες κρίσης, εκδ. Σάκκουλα 2016.
  Ξενοφών Ι. ΚοντιάδηςΗ Αναθεώρηση του Συντάγματος, Ι. Μεθοδολογικά θεμέλια. Συμβολή στη συνταγματική θεωρία της πλουραλιστικής δημοκρατίας (σ. 462, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2000).
Αρ. Μανεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα, α΄ ατομικές ελευθερίες, πανεπιστημιακές παραδόσεις, γ΄ έκδοση Εκδοτικός Οίκος Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1981.
Αρ. Μανεσης, Συνταγματική θεωρία και πράξη, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1980.
Α. Μεταξάς, Ι. Pernice, Η Ευρώπη σε κρίση. Ανάμεσα σε Δίκαιο και Πολιτική, Εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2015
- Γ. Παπαδημητριου, Συνταγματικόν Δίκαιον, τόμ. Α΄. Εκλογικό Σώμα (όργανα του Κράτους), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1981.
Π. Παραρας, Σύνταγμα 1975-Corpus, τ. I, άρθρα 1-50, Corpus II, άρθρα 51-80, 198.
- Φίλιππος Σπυρόπουλος, Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως «ρυθμιστής του πολιτεύματος», Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1990.
Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Εναλλακτικές θέσεις και προτάσεις συνταγματικής πολιτικής με αφορμή την φυγομαχία της «συναινετικής αναθεώρησης», Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2001.
Πηνελόπη Φουντεδάκη, Συνταγματικό Δίκαιο II (Πολιτικοί Θεσμοί) - Πανεπιστημιακές παραδόσεις 2011 Συνταγματικό Δίκαιο II (Πολιτικοί Θεσμοί).
Πρακτικά της Βουλής:
Ι. Βουλή των Ελλήνων – Ε΄ Αναθεωρητική. Πρακτικά των συνεδριάσεων των υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, Αθήναι, Ιούλιος 1975.
II. Βουλή των Ελλήνων – Ε΄ Αναθεωρητική. Επίσημα Πρακτικά της Ολομελείας της Επιτροπής του Συντάγματος 1975, Αθήναι 1975.
III. Βουλή των Ελλήνων – Ε’ Αναθεωρητική. Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής επί των συζητήσεων του Συντάγματος 1975, Αθήναι, 1975.
Βουλή των Ελλήνων – Ε’ Αναθεωρητική. Σύνταγμα 1975: Διάταξις κατ’ άρθρον επισήμων σχεδίων – τροπολογιών – ψηφισθέντος τελικού κειμένου, Αθήναι, 1976.





[1]. Σύνταγμα της Ελλάδας – της 7ης Ιουνίου 1975 – ΦΕΚ 111/Α/9.6.1975 – Ε’ ‘Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων.
[2]. Βλ. Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου, «Αί σταθεραί ιδεολογικαί βάσεις του Νέου Συντάγματος» Επιθεώρησης Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου 1975, 333-334.
[3]. Βλ. Παναγιώτη Πικραμμένου Ο Κ. Καραμανλής και το Σύνταγμα του 1975, «Η Καθημερινή» 10.03.13.
[4]. «Αναθεωρητική βουλή: Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Kοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1, 4 §§ 1, 4 και 7, 5 §§ 1 και 3, 13 § 1 και 26.
[5]. Συντακτική Βουλή: (ή συντακτική εθνοσυνέλευση) ονομάζεται η Βουλή (ή εθνοσυνέλευση) που καλείται να δημιουργήσει και να ψηφίσει νέο Σύνταγμα ενός κράτους εγκαθιστώντας έτσι ένα νέο πολίτευμα. Η Συντακτική βουλή διακρίνεται από την αναθεωρητική βουλή, η οποία καλείται να αναθεωρήσει απλώς διατάξεις του ήδη ισχύοντος Συντάγματος με βάση τους κανόνες που προβλέπει το ίδιο το εν ισχύ Σύνταγμα για την τροποποίησή του. Η διαφορά έγκειται στο ότι η Συντακτική βουλή ψηφίζει από το μηδέν νέο σύνταγμα, ενώ η αναθεωρητική απλώς μεταβάλλει το υπάρχον.
[6]. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 30 § 1 Σ ο ΠτΔ «εκλέγεται από τη Βουλή».
[7]. Βλ. Σωτήρη Μανωλκίδη, «Η αναθεώρηση της διαδικασίας της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η συνταγματική υποδοχή της δυνατότητας άμεσης εκλογής του ΠτΔ ως πρόβλημα καθορισμού των ορίων του αναθεωρητικού διαβήματος», ΝοB 2001. 144-151.
[8]. Βλ. Γ. Κατρούγκαλου, «Από τη Γ' στη Δ' Ελληνική Δημοκρατία» σε Έντυπη Έκδοση Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9.2.2013.
[9]. Το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από τον λαό θέτει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, σε ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter. «Να συζητήσουμε για έναν άλλο ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας και τον τρόπο εκλογής του. Η άμεση εκλογή από το λαό πρέπει να συζητηθεί», τονίζει χαρακτηριστικά, (http:// www.voria.gr/index.php?module=news&func=display &sid=121206).
[10]. Η μορφή του πολιτεύματος που θεσπίζει το ισχύον Σύνταγμα είναι αυτή της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Το ζήτημα του αιρετού ή μη αρχηγού του κράτους ρυθμίστηκε οριστικά μετά την κατάρρευση της δικτατορίας (24.7.1974), με το δημοψήφισμα της 8.12.1974, και αποτυπώθηκε στο άρθρο 1 § 1 Σ.
[11]Άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό πρότεινε ο Ευ. Βενιζέλος («Το Βήμα» 23.10. 2012) Πρόταση του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Δημήτρη Τσάτσου, για την περίπτωση που η Βουλή αδυνατεί να εκλέξει Πρόεδρο ύστερα από δύο ή τρεις ψηφοφορίες «Άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό». Βλ. «ΤΑ Νέα» 20.01.2001, Άμεση εκλογή Προέδρου και μείωση των βουλευτών προτείνει η ΝΔ. Βλ. 07 Μάιος. 2014 Τύπος.
[12]. Στα Πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής της 5.5.1998, σ. 7777 επ., ο καθηγητής Προκόπης Παυλόπουλος θεωρεί ότι η άμεση εκλογή του ΠτΔ δεν είναι οι περιορισμοί του άρθρου 110 Σ αλλά το γεγονός ότι ο ΠτΔ δεν έχει τόσες αρμοδιότητες που να δικαιολογούν την άμεση εκλογή του, βλ. σε υποσ. 1 του Σωτήρη Μανωλκίδη, ό.π.
[13]. Έμμεση εκλογή του ΠτΔ προβλέπουν επίσης τα Συντάγματα των ΗΠΑ (άρθρ. 11 § 2-3), της Γερμανίας (άρθρ. 54), της Ιταλίας (άρθρ. 83). Άμεση εκλογή καθιερώνουν τα Συντάγματα της Αυστρίας (άρθρ. 60), της Γαλλίας (άρθρ. 6) από του έτους 1962, της Ιρλανδίας (άρθρ. 12) και της Ισλανδίας (άρθρ. 5).
[14]. Στο Συνταγματικό Δίκαιο του καθηγητή Φ. Σπυρόπουλου (εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2006), σ. 348, αναφέρεται ότι: «Στην Αναθεώρηση του 2001 δεν τέθηκε ζήτημα ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Προέδρου. Σιωπηρώς έγινε δεκτός ο περιορισμός τους το 1986».
[15]. Βλ. Κ. Μποτόπουλου, «Τα Νέα», 22.7.09.
[16]. Βλ. Αντώνη Π. Αργυρού, «Η Δικαιοσύνη σε δοκιμασία» Ελληνική Δικαιοσύνη, τόμος 48ος, τεύχος 2ο 2007.
[17]. Βλ. Γ. Κουμάντου, Δικαιοσύνη: Ο μύθος και η πραγματικότητα, Γ. Κουμάντου, Στόχος: η δημοκρατία, Αθήναι .1975, 152 επ
[18]. Ο Πρόεδρος του ΣτΕ Κ. Μενουδάκος προτείνει: «Γίνεται μεγάλη συζήτηση για το ποιος επιλέγει τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους των ανώτατων δικαστηρίων. Νομίζω ότι αυτή είναι λάθος συζήτηση, διότι πραγματικά δεν μπορεί να βρεθεί ο ιδανικός τρόπος και το ιδανικό εκλεκτορικό σώμα, το οποίο δεν θα είχε κάποιες αδυναμίες. Αυτό που πρέπει να γίνει -και είναι το τέταρτο σημείο που προτείνω-, είναι να καταργηθεί ο βαθμός του προέδρου», πηγή: www.enet.gr 12 Φεβρουαρίου 2013.
[19]. Βλ. 14/1998 Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
[20]. «Oι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοιο διάταγμα, με επιλογή μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργείται με όμοιο διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στις θέσεις του γενικού επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων ενεργείται με όμοιο επίσης διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας και των προέδρων εφετών των διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει».
[21]. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο θεσμοθετείται με βάση το άρθρο 100 του Συντάγματος, έχει αρμοδιότητες εκλογοδικείου (έκπτωση βουλευτών λόγω κωλύματος ή ασυμβιβάστου, έλεγχος δημοψηφίσματος) και αρμοδιότητα να επιλύει τη σύγκρουση απόψεων ανώτατων δικαστηρίων σχετικά με την έννοια ή τη συμφωνία με το Σύνταγμα διατάξεων τυπικού νόμου.
[22]. Με τον ν. 3900/2010 νομίζω επιτυγχάνεται περιορισμός του διάχυτου ελέγχου, βλ. Τάσου Γ. Πρου­σανίδη, Ο Νόμος 3900/2010, Οι θεσμικές αλλαγές στη Δικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δημοσιευμένο στην ΕΔΔΔ 2011. 898 επ.
[23]. Βλ. Νικολάου Κλαμαρή, «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι Συνταγματικές Αναθεωρήσεις από το χθες στο σήμερα» «Δικαστική Ανεξαρτησία και έλεγχος της συνταγματικότητας (1911-2006)» Ανάτυπο ημερίδας 27.11.2006.
[24]. Βλ. Γεωργίου Γεραπετρίτη, «Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ελλάδα: Μία όψιμη εμφύτευση» (2006), Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου 53.
[25]. Βλ: Νίκου Ρόζου, Σύμβουλου Επικρατείας, Δ.Ν. σε Περιοδικό Δίκη Έτος [2006] -Ιούλιος–Αύ­γου­στος 2006 «Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με την προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος».
[26]. Βλ. Δημητρίου Κυριτσάκη, Αναθεώρηση του Συντάγματος, Νομικά Χρονικά Ε.ΝΟ.Β.Ε. – Εκδόσεις Σάκκουλα, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2006 - Τεύχος 40.
[27]. Βλ. Η δικαστική εξουσία υπό «δικαστική αντίληψη», «Το Βήμα», δημοσίευση: 25.06.2006.
[28]. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Γερμανικό σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης προβλέπει την ύπαρξη «λαϊκών δικαστών» π.χ. Τα πρωτοβάθμια δικαστήρια εργατικών διαφορών (ως δικαστήρια των Länder). Οι υποθέσεις εκδικάζονται σε τμήματα από έναν επαγγελματία δικαστή και δύο λαϊκούς δικαστές, εκ των οποίων ένας εκπροσωπεί τον εργαζόμενο και ένας τον εργοδότη. Τα εφετεία εργατικών διαφορών (επίσης δικαστήρια των Länder) αποφασίζουν επί προσφυγών κατά αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων εργατικών διαφορών. Και στην περίπτωση αυτή, τα τμήματα αποτελούνται από έναν επαγγελματία και δύο λαϊκούς δικαστές. Τα διοικητικά δικαστήρια αποτελούνται από τρεις επαγγελματίες δικαστές και δύο λαϊκούς δικαστές.
[29]. Δικαστικοί λειτουργοί που έλαβαν γνώση του άρθρου μου, επεσήμαναν, και ορθά, ότι γίνεται σύγχυση με τον Εισαγγελέα του ΑΠ. Άλλωστε την πατρότητα του όρου και της ιδέας «Γενικός Εισαγγελέας» έχει ο Πρωτοδίκης Γρεβενών Μιχάλης Ντόστας, βλ. άρθρο του σε: «Η επικείμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος και η Δικαιοσύνη», το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 27.1.2013, στην ιστοσελίδα «ethemis.gr» και στη συνέχεια (στις 11.2.2013) στην ιστοσελίδα του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» (constitutionalism. gr).
[30]. Μετά το Κεφάλαιο Θ' του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου Τμήματος του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών» (ΦΕΚ Α' 35), στο άρθρο 109 αναφέρεται «Ανεξάρτητη δικαστική αρχή 1. Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή. 2. Δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή τη διαφύλαξη της σύννομης και χρηστής διοικητικής δράσης που επάγεται δημοσιονομικό αποτέλεσμα και την καταπολέμηση της διαφθοράς».
[31]. Βλ. Ιωάννη Κάρκαλη, Αντιδιαφθορά& Ελεγκτικό Συνέδριο- Εφαρμοσμένη δημοσιονομική ελεγκτική, εκδ. Σάκκουλα 2005.
[32]. Βλ. N. Aλιβιζάτου και Aντ. Mανιτάκη, Πέντε προτάσεις για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής, σε εφημ. «Καθημερινή» της 11.03. 12. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται: «1) Η άμεση μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 200. 2) Καθιέρωση του ασυμβιβάστου υπουργού και βουλευτή, με εξαίρεση τον πρωθυπουργό και ίσως μικρό αριθμό υπουργών. 3) Έλεγχος του πολιτικού χρήματος, με αλλαγή της σύνθεσης της Επιτροπής του άρθρου 29 § 2 του Συντάγματος. 4) Δραστικός περιορισμός του αριθμού των ειδικών συμβούλων και συνεργατών των υπουργών και βουλευτών. 5) Δέσμευση, όλων των κομμάτων ότι, έως ότου αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, οι υπουργοί κατά των οποίων διατυπώνονται σοβαρές κατηγορίες, θα παραπέμπονται χωρίς έρευνα στο δικαστικό συμβούλιο του άρθρου 86 § 4 του Συντάγματος».
[33]. Ο Ν. Αλιβιζάτος ζήτησε να προχωρήσουν οι διαδικασίες για την αναθεώρηση του Συντάγματος, να καταργηθούν όλες οι ειδικές διατάξεις για την ποινική δίωξη πολιτικών. http://dexiextrem.blogspot.gr/ 2013/ 01/blog-post_8505.html 15 Ιανουαρίου 2013
[34]. Άρθρο Αντώνη Αργυρού, Η Ποινική Ευθύνη Υπουργών - Προβλήματα «Παραγραφής» http:// www.lawnet.gr 31.12.2012.

19 Ιουλίου 2018

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΑ ΤΟΥ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΑ ΤΟΥ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Αριθμός 199/2018
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
-----------------------
 Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Σκαλτσούνης, Β. Ραφτοπούλου, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 28ης Ιουνίου 2018 αίτηση:
των: 1. Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων ***
κατά του Υπουργού Εξωτερικών, **
Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση της από 17.6.2018 διοικητικής πράξεως υπογραφής από τον Υπουργό Εξωτερικών της Τελικής Συμφωνίας για την επίλυση των διαφορών, οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των μερών και κάθε άλλης, αμέσως ή εμμέσως, συναφούς προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξεως ή παραλείψεως, καθώς και πράξεως εκτελέσεως.
Κατέθεσαν: α) το από 13 Ιουλίου 2018 υπόμνημά του ο *, ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος 1) του συνασπισμού πολιτικών κομμάτων και κινήσεων με την επωνυμία * και β) το από 16 Ιουλίου 2018 υπόμνημά της * .
Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Δ. Σκαλτσούνη.
Κατόπιν η Επιτροπή άκουσε την πληρεξούσια των αιτουσών, η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Επίσης, άκουσε τις απόψεις που εξέθεσαν οι παρατηρητές, εκ μέρους των αιτουσών: ***
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο *, ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση «1. της από 17.6.2018 διοικητικής πράξεως υπογραφής από τον Υπουργό Εξωτερικών της Τελικής Συμφωνίας για την επίλυση των διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των μερών [όπου αναφερόμενο μέρος η Ελληνική Δημοκρατία και μη αναφερόμενο, αλλά περιγραφόμενο, μέρος η «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (πΓΔΜ)], 2. Κάθε άλλης, αμέσως ή εμμέσως, συναφούς προγενεστέρας ή μεταγενεστέρας πράξεως ή παραλείψεως, καθώς και πράξεως εκτελέσεως και ιδίως: α. της κατατεθείσας στη Βουλή διοικητικής πράξεως με την μορφή επιστολής προς τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ με την οποία ο Υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι συναινεί στην έναρξη διαδικασίας διαπραγμάτευσης για την ένταξη της πΓΔΜ στη Συμμαχία, β. της κατατεθείσας στη Βουλή διοικητικής πράξεως με την μορφή επιστολής προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της ΕΕ με την οποία ο Υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι συναινεί στην έναρξη διαδικασίας διαπραγμάτευσης για την ένταξη της πΓΔΜ στην ΕΕ». Κατά των ανωτέρω έχει ασκηθεί και αίτηση ακυρώσεως, για την εκδίκαση της οποίας ορίστηκε δικάσιμος ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας η 7η.12.2018.
2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μετά τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, η πρώην Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ζήτησε να ενταχθεί στον ΟΗΕ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Από την ελληνική κυβέρνηση εκφράσθηκαν αντιρρήσεις σχετικά με την ονομασία αυτή. Με την απόφαση 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, αφού ελήφθη υπόψη η διαφωνία που προέκυψε σε σχέση με το όνομα του υπό ένταξη κράτους, προτάθηκε στη Γενική Συνέλευση να γίνει αποδεκτή η αίτηση ένταξης στα Ηνωμένα Έθνη του εν λόγω κράτους, αναφερομένου προσωρινά και για όλους τους σκοπούς εντός του ΟΗΕ ως «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» [πΓΔΜ], μέχρι την οριστική διευθέτηση του ζητήματος της ονομασίας. Με την απόφαση 845 (1993), το Συμβούλιο Ασφαλείας προέτρεψε τις δύο πλευρές να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για ταχεία διευθέτηση του ζητήματος. Στο πλαίσιο αυτό, στις 13 Σεπτεμβρίου 1995 υπεγράφη στη Νέα Υόρκη από τους Υπουργούς Εξωτερικών των δύο κρατών Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 13 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, σύμφωνα με το άρθρο 23 αυτής. Με τη συμφωνία αυτή επιβεβαιώθηκαν τα υπάρχοντα διεθνή σύνορα μεταξύ των δύο κρατών ως διαρκή και απαραβίαστα (άρθρο 2), απαγορεύθηκε η χρήση του συμβόλου του ήλιου της Βεργίνας στη σημαία της πΓΔΜ (άρθρο 7 παρ. 2, σε συνδυασμό με την συνημμένη στο κείμενο της συμφωνίας από 13 Σεπτεμβρίου 1995 επιστολή του Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας), συμφωνήθηκε η συνέχιση των διαπραγματεύσεων σχετικά με την ονομασία του κράτους της πΓΔΜ (άρθρο 5) και ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία να μην αντιταχθεί σε αίτηση εισδοχής ή στη συμμετοχή της πΓΔΜ ως μέλους σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς στους οποίους η Ελληνική Δημοκρατία είναι μέλος, εκτός εάν -και στο μέτρο που- η πΓΔΜ πρόκειται να αναφέρεται στους οργανισμούς αυτούς με άλλο όνομα από το ορισθέν στην 817 (1993) απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (άρθρο 11 παρ. 1). Τέλος, τα μέρη συμφώνησαν ότι η εξελισσόμενη οικονομική ανάπτυξη της πΓΔΜ θα πρέπει να υποστηριχθεί μέσω της διεθνούς συνεργασίας, όσο το δυνατόν περισσότερο μέσω στενής σχέσης της πΓΔΜ με τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 11 παρ. 2). Στη σύνοδο κορυφής του Οργανισμού της Συνθήκης του Βόρειου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ) στις 2 και 3 Απριλίου 2008 στο Βουκουρέστι, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν συναίνεσε στην υποψηφιότητα της πΓΔΜ, γεγονός που κρίθηκε αντίθετο προς το άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (απόφαση της 5.12.2011).
3. Επειδή, στις 17 Ιουνίου 2018 υπεγράφη στις Πρέσπες από τους Υπουργούς Εξωτερικών των δύο κρατών κείμενο «Τελική[ς] Συμφωνία[ς] για την επίλυση των διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των μερών». Με τη συμφωνία αυτή ορίζεται ως επίσημο όνομα του δεύτερου μέρους το όνομα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», εν συντομία δε «Βόρεια Μακεδονία», ως ιθαγένεια η «Μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας» και ως γλώσσα η «Μακεδονική Γλώσσα» (άρθρο 1 παρ. 3), επιβεβαιώνεται δε το υφιστάμενο κοινό σύνορο ως ισχυρό και απαραβίαστο διεθνές σύνορο (άρθρο 3). Για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας, αποφασίστηκε να ακολουθηθούν ορισμένα στάδια, πρώτα από το δεύτερο μέρος (κύρωση της συμφωνίας από το κοινοβούλιο, ενημέρωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, δημοψήφισμα, εφόσον τούτο αποφασιστεί, συνταγματικές τροποποιήσεις μέχρι το τέλος του 2018, ενημέρωση της Ελληνικής Δημοκρατίας επί όλων των ανωτέρω) και στη συνέχεια από την Ελληνική Δημοκρατία (κύρωση της συμφωνίας) [άρθρο 1 παρ. 4]. Τα μέρη μετά την ολοκλήρωση των εσωτερικών τους διαδικασιών οφείλουν να ενημερώσουν σχετικά το ένα το άλλο γραπτώς εντός δύο εβδομάδων (άρθρο 20 παρ. 3). Η συμφωνία τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία λήψεως της τελευταίας γνωστοποίησης από το οικείο μέρος (άρθρο 20 παρ. 3). Στο άρθρο 20 παρ. 4 προβλέπονται τα εξής: Το άρθρο 8 παρ. 5 θα εφαρμόζεται προσωρινά, ενόσω εκκρεμεί η θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας. Εάν η Συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ, αυτή, στο σύνολό της και ως προς τις διατάξεις της ξεχωριστά, δεν θα έχει περαιτέρω ισχύ ή εφαρμογή, προσωρινή ή άλλη, και δεν θα δεσμεύει οποιοδήποτε από τα μέρη με οποιονδήποτε τρόπο. Στο εν λόγω άρθρο 8 παρ. 5 προβλέπεται η συγκρότηση Κοινής Διεπιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων προκειμένου να εξεταστούν και να αναθεωρηθούν, εφόσον θεωρηθεί κατάλληλο, σχολικά εγχειρίδια και βοηθητικό σχολικό υλικό. Τέλος, αναφορικά με τις διαδικασίες ένταξης του δεύτερου μέρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, η Ελληνική Δημοκρατία ανέλαβε, με τη λήψη της γνωστοποίησης της κύρωσης της συμφωνίας από το κοινοβούλιο του δεύτερου μέρους, να γνωστοποιήσει αφενός στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της ΕΕ αφετέρου στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ ότι υποστηρίζει την έναρξη ενταξιακών στην ΕΕ διαπραγματεύσεων και την πρόσκληση ένταξης του δεύτερου μέρους στο ΝΑΤΟ, αντίστοιχα, επιφυλασσόμενη να φέρει προς κύρωση το Πρωτόκολλο για την ένταξη του δεύτερου μέρους στο ΝΑΤΟ μετά την ολοκλήρωση και των συνταγματικών τροποποιήσεων στο Σύνταγμα του δεύτερου μέρους (άρθρο 2 παρ. 4).
4. Επειδή, στο άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «4. Με εντολή του Προέδρου ή του εισηγητή της υποθέσεως αντίγραφα της αιτήσεως αναστολής, της αιτήσεως ακυρώσεως και της πράξεως ορισμού δικασίμου, κοινοποιούνται, με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη. Ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλει ενώπιον της Επιτροπής υπόμνημα και πριν ακόμη ασκήσει παρέμβαση. Το υπόμνημα υπόκειται στα τέλη της αίτησης αναστολής. … 6. Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 7 … [Η] αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή [Αναστολών] εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη».
5. Επειδή, ο δικηγόρος *, ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος, κατά τα αναγραφόμενα στο δικόγραφο, 1) του συνασπισμού πολιτικών κομμάτων και κινήσεων με την επωνυμία *, 2) της ένωσης προσώπων με την επωνυμία *και 3) της ένωσης προσώπων με την επωνυμία *, με το από 13.7.2018 υπόμνημά του, το οποίο απευθύνεται στην Επιτροπή Αναστολών, στρέφεται κατά των προσβαλλόμενων πράξεων. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 49 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 παρέμβαση ασκείται, κατ’ αρχήν, μόνο υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης. Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω δικηγόρος δεν επικαλείται δικαίωμα παρέμβασης στην ακυρωτική δίκη υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων, ώστε κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 να νομιμοποιείται εξ αυτού του λόγου στην κατάθεση υπομνήματος στην Επιτροπή Αναστολών, αλλά ζητεί την αποδοχή της κρινόμενης αίτησης, το προαναφερθέν υπόμνημα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (ΕΑ 528/2013). Περαιτέρω, δεν μπορεί, για τον αυτό λόγο, να ληφθεί υπόψη το, κατατεθέν άλλωστε μετά τη συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής Αναστολών, υπόμνημα της *.
6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως αναπτύχθηκε γραπτώς με το από 11.7.2018 υπόμνημα και προφορικά ενώπιον της Επιτροπής, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η προσωρινή εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 5 της συμφωνίας θα έχει ως άμεση συνέπεια την αναθεώρηση των σχολικών εγχειριδίων προς την κατεύθυνση της παραποίησης της ελληνικής ιστορίας. Η βλάβη όμως αυτή παρίσταται μελλοντική και αβέβαιη, προεχόντως διότι από την ανωτέρω διάταξη δεν προκύπτει ότι επίκειται οπωσδήποτε η αναθεώρηση των σχολικών εγχειριδίων, πολύ περισσότερο δε, προς ποιά κατεύθυνση θα κινηθεί αυτή, εφόσον κριθεί αναγκαία από τη Διεπιστημονική Επιτροπή που θα συγκροτηθεί δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Εξάλλου, η νομιμότητα των πράξεων κατάρτισης του σχολικού προγράμματος είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε μεταγενέστερο στάδιο (πρβλ. ΣτΕ 660/2018 Ολ.). Όσον αφορά το άρθρο 2 παρ. 4 της συμφωνίας, οι αιτούντες προβάλλουν ότι ήδη από τη γνωστοποίηση προς το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση του ότι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει την ένταξη της πΓΔΜ στους οργανισμούς αυτούς, θα δημιουργηθεί μια κατάσταση, η οποία θα φέρει το ελληνικό κοινοβούλιο προ τετελεσμένου γεγονότος, όταν κληθεί να κυρώσει τις οικείες πράξεις ένταξης, διότι θα ελλοχεύει ο κίνδυνος της διεθνούς ευθύνης της χώρας, αν δεν το πράξει. Το ίδιο ισχυρίζονται ότι ισχύει και για την ένταξη της πΓΔΜ σε άλλους τριάντα (33) διεθνείς οργανισμούς. Όμως, ανεξαρτήτως του εννόμου συμφέροντος των αιτούντων προς προβολή της βλάβης αυτής ως λόγου χορήγησης της αναστολής (πρβλ. ΕΑ 283/2000, 311/1999), από το ανωτέρω άρθρο 2 παρ. 4 δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω διαδικασίες θα έχουν ολοκληρωθεί, πριν από τη θέση της συμφωνίας σε ισχύ κατά τους όρους του άρθρου 20 παρ. 3 ούτε ότι θα έχουν δημιουργηθεί μη αντιστρεπτές νομικές καταστάσεις. Εξάλλου, σε περίπτωση που η συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ, προβλέπεται στο άρθρο 20 παρ. 4 εδ. β΄ ότι αυτή στο σύνολό της και ως προς τις διατάξεις της ξεχωριστά δεν θα δεσμεύει οποιοδήποτε από τα μέρη με οποιονδήποτε τρόπο. Τέλος, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι είναι άμεσος ο κίνδυνος απώλειας της ονομασίας «Μακεδονικός» για τα ελληνικά προϊόντα, οι δε οικονομικές συνέπειες στα προερχόμενα από τη Μακεδονία ελληνικά προϊόντα θα είναι δυσθεώρητες και είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν αμφισβητήσεις ελληνικών σημάτων και επωνυμιών προϊόντων και επιχειρήσεων. Ο ισχυρισμός αυτός, αναφερόμενος, μάλιστα, σε ενδεχόμενες, μελλοντικές και αβέβαιες καταστάσεις, που άλλωστε δεν προκαλούνται ευθέως από το κείμενο της συμφωνίας, είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέος -πέραν της αοριστίας του- ως προβαλλόμενος εκ συμφέροντος τρίτου, δεδομένου ότι οι αιτούντες ούτε προβάλλουν ούτε προκύπτει ότι έχουν ορισμένο νομικό δεσμό με συγκεκριμένο προϊόν, σήμα ή επιχείρηση που πλήττεται άμεσα από την εφαρμογή των όρων της συμφωνίας (πρβλ. ΕΑ 1147/2006, 384/2004, 74/2001).
7. Επειδή, συνεπώς, και ανεξαρτήτως αν οι προσβαλλόμενες πράξεις συνιστούν εκτελεστές πράξεις της διοίκησης υπαγόμενες στην ακυρωτική δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος και 45 παρ. 1 και 5 του π.δ. 18/1989, είτε με την εκδοχή ότι δεν συνιστούν μονομερείς εκτελεστές διοικητικές πράξεις είτε με την εκδοχή ότι συνιστούν κυβερνητικές πράξεις [πρβλ. ΣτΕ 1209/2014, 22/2007 Ολ., 3669/2006 Ολ., 2637/2006, 1393-5/2004, 4156/2000, 3235/1967 Ολ., 878/1934 Ολ., 796/1931 Ολ., CE Sect. 1.6.1951, Société des étains et wolfram du Tonkin,, CE Ass. 23.11.1984, Association «Les Verts»], με συνέπεια να τίθεται ζήτημα απαραδέκτου της αίτησης ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέα, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις.
Απορρίπτει την αίτηση.

..ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ-Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….

ΟΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΕΜΕΙΝΑΝ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟΙ.....ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ-Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….


«Αν αυτοί οι άνθρωποι παραμείνουν ατιμώρητοι, τότε η έννοια του νόμου θα έχει χάσει το νόημά της και η υπόλοιπη ανθρωπότητα θα πρέπει να ζήσει στον φόβο»

Αυτά ήταν τα λόγια του Μπένζαμιν Φεράντζ, ενός από τους κατηγόρους στη δίκη της Νυρεμβέργης.

Αυτοί που αφήσαν τον ΑΤΤΙΛΑ  να περάσει στα οδυνηρά και τραγικά γεγονότα του Αττίλα Ι και ΙΙ του 1974 ,οι παρόμοιοί τους της 15ης του Ιούλη 1974 παρέμειναν εντελώς ατιμώρητοι, για την δεύτερη μεγάλη εθνική τραγωδία, μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922.

Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ( αριθμός 45/ 7-3-75) αποκλείστηκε η δικαστική έρευνα και δίωξη των υπευθύνων της τραγωδίας. Και αυτή η  Πράξη εξακολουθεί και σήμερα να ισχύει  αφήνοντας το έγκλημα χωρίς τιμωρία για τα τραγικά γεγονότα, εισβολής και –συνεχιζόμενης κατοχής – των Τουρκικών στρατευμάτων στο 36.6% της Κύπρου.

Άνοιξαν δήθεν οι φάκελοί της τραγωδίας και ξανάκλεισαν, χωρίς ποτέ να μάθουμε την πλήρη αλήθεια. Ο  φάκελος της Κύπρου , άνοιξε για λίγο  το 1986, με σημαντική καθυστέρηση και μετά από πολλές αναβολές (12 ολόκληρα χρόνια μετά την τραγωδία) κι έκλεισε χωρίς κανείς να διωχθεί και να τιμωρηθεί.

Συνολικά 3.500 απώλειες, ο  συνολικός αριθμός των εξαφανισθέντων κατά την τουρκική εισβολή εκτιμάται σε 1.619, ανάμεσα στους οποίους οι 83 είναι Ελλαδίτες. Οι Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού ΔικαστηρίουΑνθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) και εκθέσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης επέρριπταν ευθύνες στην Τουρκία για την τύχη των αγνοουμένων, ενώ τεκμηρίωναν περιπτώσεις κρατουμένων για τους οποίους η Τουρκία δεν είχε δώσει εξηγήσεις. Η επίσημη τουρκική θέση ωστόσο ήταν και παραμένει έως σήμερα ότι δεν κρατά αιχμαλώτους και ότι δεν γνωρίζει τι απέγιναν αυτά τα πρόσωπα. Να μην ξεχνάμε, πως κάποιοι πολέμησαν στην Κύπρο. Και πολέμησαν γενναία και κράτησαν τις γραμμές, που τους είχαν εμπιστευθεί. Ο ΄΄Φάκελος της Κύπρου΄΄ δεν ανοίγει, γιατί θα αποκαλυφθεί  ο εγκληματικός ρόλος των προδοτών.



Από την άλλη πλευρά η Άγκυρα από το 1974 μέχρι σήμερα διαρκώς προωθεί τις διεκδικήσεις της με πράξεις που δημιουργούν μικρότερα ή μεγαλύτερα πολιτικά τετελεσμένα. Τα τελευταία χρόνια προωθεί συστηματικά μία στρατηγική αεροναυτική κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επισήμανε, επίσης, το γεγονός ότι πέραν των διεκδικήσεων και προκλήσεων στο Αιγαίο, η Άγκυρα θέλει την Ανατολική Μεσόγειο «τουρκική λίμνη



Είναι γενικότερα αποδεκτή η θέση του Hans Morgenthau στο έργο «Πολιτική μεταξύ των Εθνών», ότι βιώσιμο είναι το κράτος, το οποίο δύναται να εφαρμόσει τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου που αφορούν την επικράτειά του.

Η  εθνική μας ταπείνωση του Ιούλη του 1974, οδηγεί τα βήματα της Ελλάδας μέχρι σήμερα .

Δεν μας φταίνε μόνο οι Κασσάνδρες και οι Εφιάλτες, πάντα υπήρχαν παντού ,μάς φταίει το κακό μας το κεφάλι και όχι μόνον .Ας μην ξεχνάμε το εθνικό μας σπορ ,την διχόνοια.

Το ζήτημα είναι  τελικά «ποιος πληρώνει το βαρκάρη» ;.

Περπατούμε στην κόψη του ξυραφιού, νοιώθουν  αυτόν τον κίνδυνο του βηματισμού μας οι σύγχρονοι Έλληνες;  Ήδη γίναμε «πολιορκημένοι  από παντού» από στεριά και θάλασσα!

Ελπίζω πως σύντομα θα το διαπιστώσουμε.

Γιατί ο νόμος της ζούγκλας δεν έχει ολότελα αποδυναμωθεί .

"Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν, γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους. Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε - πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους, μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα."  (Ρωμιοσύνη Ρίτσος Γιάννης)





ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ  19/7/2018